Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

O μύθος της "έντιμης" Χούντας του 1967.


· 
ΤΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΙΟΥ»
Εφτά χρόνια αρπαχτή
Ο Τύπος δεν ασχολούνταν με σκάνδαλα, ούτε σκανδαλιζόταν από τις σχέσεις των κρατούντων με τους μεγιστάνες του πλούτου. Είχε έρθει άλλωστε το πλήρωμα του χρόνου για να εκπληρωθεί το Τάμα του Έθνους.
Στους έντονα αντικοινοβουλευτικούς καιρούς μας, ένα δόλιο φάντασμα πλανιέται στον αέρα: ο ισχυρισμός περί «τιμιότητας» των δικτατόρων που κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία το 1967 για να την επιστρέψουν πριν από 36 χρόνια, σαν βρεγμένες γάτες, «στους πολιτικούς».
Πρόκειται βέβαια για μύθο, θεμελιωμένο στη μίζερη εικόνα των επιζώντων «πρωταιτίων» – αφού πρώτα έχασαν την εξουσία, στερήθηκαν όσα είχαν παράνομα καρπωθεί και υπέστησαν τις οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσής τους. Ακόμη κι αυτή η εικόνα δεν αφορά, ωστόσο, παρά ελάχιστους πρωτεργάτες της δικτατορίας. Αγνοεί την οικονομική ευμάρεια πάμπολλων μεσαίων ή «πολιτικών» στελεχών της, που η νομική κατασκευή περί «στιγμιαίου αδικήματος» άφησε παντελώς ατιμώρητα ν’ απολαμβάνουν τα αποκτήματά τους.
Την επιβίωση του μύθου διευκολύνει η χαώδης διαφορά του τότε με το σήμερα, όσον αφορά τη δυνατότητα δημόσιας συζήτησης για παρόμοια ζητήματα. Επί χούντας η ραδιοτηλεόραση ήταν κρατική (κι αυστηρά προπαγανδιστική), ενώ ο Τύπος περνούσε από δρακόντεια λογοκρισία. Οποιαδήποτε έρευνα ή ακόμη και νύξη για κρατικά σκάνδαλα ήταν απλά αδιανόητη. χαρακτηριστικό το κύριο άρθρο του Γιάννη Καψή στον «Ταχυδρόμο» (24.5.74), όταν η δικτατορία Ιωαννίδη δημοσιοποίησε το (παπαδοπουλικό) «σκάνδαλο των κρεάτων»:
«Δεν είναι καινούρια η υπόθεση. Μήνες ολόκληρους οι φήμες οργίαζαν. Κι όμως κανείς δεν τολμούσε. Κανείς δεν είχε το θάρρος να μεταβάλη τον ψίθυρο σε καταγγελία. Κι όσο οι φήμες απλώνονταν, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερους υπεύθυνους και μη, τόσο μεγάλωνε κι ο φόβος μήπως θίξουμε τα κακώς κείμενα. Ήταν μια ‘συνωμοσία κραυγαλέας σιωπής’, χάρη και στη δρακόντεια νομοθεσία που ρυθμίζει -και συμπιέζει- την ενάσκηση του λειτουργήματός μας».
Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Τύπος ξεχείλισε βέβαια από πληροφορίες για σκάνδαλα της χουντικής επταετίας. Ομως αυτά θεωρούνταν τότε -και σωστά- απλές παρωνυχίδες μπροστά στα υπόλοιπα εγκλήματα της δικτατορίας.
Απολαβές και «ασυλία»
Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να κάνουν οι ηγέτες της χούντας, ήταν να αυγατίσουν τα εισοδήματά τους –σε σχέση όχι μόνο με τους ώς τότε δημοσιοϋπαλληλικούς μισθούς τους, αλλά και με τις απολαβές της ανατραπείσας κοινοβουλευτικής «φαυλοκρατίας». Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5.10.73).
Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8.2.75).
Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τέλος τη μελλοντική ασυλία τους, με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30.12.1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των ...συναδέλφων τους. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα δια τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής, θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα!
Προϋπόθεση για την ατιμωρησία συνιστούσε, φυσικά, η επιτυχία της ελεγχόμενης επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό «αλά τουρκικά». Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τίναξε όμως το εγχείρημα στον αέρα, με αποτέλεσμα τον κάθετο θεσμικό διαχωρισμό της Μεταπολίτευσης απ’ το προηγούμενο καθεστώς.
Τα μαύρα κρέατα
Το μόνο σκάνδαλο που εκκαθαρίστηκε δικαστικά επί χούντας, αποκαλύφθηκε για λόγους προπαγανδιστικής «νομιμοποίησης» της ανατροπής του Παπαδόπουλου απ’ τον Ιωαννίδη. Πρόκειται για την (κυριολεκτικά δύσοσμη) «υπόθεση των κρεάτων», με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην υφυπουργό Εμπορίου Μιχαήλ Μπαλόπουλο και το Γεν. Διευθυντή του Υπουργείου (και διορισμένο πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ) Ζαφείριο Παπαμιχαλόπουλο.
Το κατηγορητήριο αφορούσε ποικίλες παρανομίες, με κυριότερη τη «δωροληψία κατά συρροήν» από μεγαλεμπόρους για τη μονοπωλιακή εξασφάλιση αδειών εισαγωγής κρέατος –με αποτέλεσμα παράνομες ανατιμήσεις («καπέλα») σε βάρος των καταναλωτών. Επιμέρους πτυχή του σκανδάλου συνιστούσε η απαγόρευση διάθεσης ντόπιων ζώων, ώστε να πουληθούν τα προβληματικά κρέατα Αργεντινής που «μαύριζαν» και «δεν τάθελε ο κόσμος». Στη δίκη πρόκυψε ανάμιξη του Παττακού – αναγνώστηκε, μάλιστα, και διαταγή του (21.9.72) «όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα επίμαχα προϊόντα.
Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε σε 3,5 χρόνια φυλάκιση, ποινή που το 1976 μειώθηκε σε 14 μήνες. Δεν διώχθηκε, αντίθετα, για την επίδοση που τον έκανε ευρύτερα διάσημο: το «μπαλόσημο» που (φέρεται να) εισέπραττε ως γραμματέας του ΕΟΤ, με το παρατσούκλι «ο κύριος 10%».
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές ημερολογιακές εγγραφές του διπλωμάτη Γεωργίου Χέλμη, γαμπρού του Μαρκεζίνη. «Φαίνεται πως συνελήφθη ο Μπαλόπουλος, πρώην του Τουρισμού, για οικονομικά σκάνδαλα και καταδιώκεται ο Παύλου, γαμπρός του Παττακού, επίσης για οικονομικά σκάνδαλα (υπόθεσις κρεάτων)», σημειώνει στις 21.1.74, για να συμπληρώσει στις 5.2: «Για τα σκάνδαλα, πιστεύει ο Μομφεράτος ότι τίποτε δεν πρόκειται να προωθήσουν, διότι φοβούνται να έλθουν εις αντιθέσεις και, άλλωστε, δεν έχουν μάρτυρες να καταθέσουν». Με τη δημοσιοποίηση της δίωξης, εκτιμά τέλος «ότι κατά την δίκη θα προκύψουν και στοιχεία για άλλες υποθέσεις (ίσως σκάνδαλα στον τουρισμό κά)» («Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ.123, 129 & 161).
Η «νέα φαυλοκρατία»
Η δυσοσμία δεν περιοριζόταν ωστόσο στα κρέατα. Επτά μήνες μετά το πραξικόπημα, ο εκδότης του «Ελεύθερου Κόσμου» (και κεντρικός προπαγανδιστής της χούντας) Σάββας Κωσταντόπουλος εξομολογείται γραπτά στον παλιό του πάτρωνα Κωνσταντίνο Καραμανλή: «Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νέο-φαυλοκρατία (ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή κοκ)» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος, σ.50).
Παρά τη στενή σχέση του με το καθεστώς, ο Κωσταντόπουλος διατήρησε την ίδια γνώμη μέχρι τέλους. Αναλύοντας το Δεκέμβριο του 1973 στον Καραμανλή την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τονίζει πως «είχε υποστεί το καθεστώς και αυτός προσωπικώς ηθικήν φθοράν εις την συνείδησιν των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεγάλην ζημίαν του έκαμε η σύζυγός του και ο ταξίαρχος Μ. Ρουφογάλης, τον οποίον είχε τοποθετήσει εις την ΚΥΠ. Εκαμαν προκλητικάς ενεργείας (εντυπωσιακοί γάμοι, θορυβώδεις δεξιώσεις, δημόσιαι εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξις πλούτου κλπ). Μοιραίον ρόλον έπαιξαν και οι γαμβροί ωρισμένων παραγόντων του καθεστώτος (του κ. Σ. Παττακού και άλλων). Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων δια την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» (όπ.π., σ.203-5).
Παρόμοια αίσθηση αναδύουν κι οι επιστολές του «γεφυροποιού» Ευάγγελου Αβέρωφ προς τον Καραμανλή: «κυκλοφορούσαι φήμαι περί μεγάλων ή μικρών σκανδάλων (δημοπρασίαι τηλεοράσεως, ΟΛΠ, σύμβασις Reynold’s, βέβαιοι μικρολοβιτούραι Ματθαίου και άλλα)» (14.10.68), «ανησυχία» του Παπαδόπουλου για «τα γύρω του σκάνδαλα, το ξεχαρβάλωμα της Διοικήσεως» (28.10.72).
Ιδια γεύση και στη συνομιλία του νεαρού -τότε- πολιτικού επιστήμονα Θεόδωρου Κουλουμπή με τον παλαίμαχο μεταξικό υπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (27.8.71): «Και για το στρατό; τον ρώτησα. Η απάντησή του ήταν να τρίψει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, υπονοώντας ότι δωροδοκούνται» («Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού», σ.116-7).
Ειδική πτυχή της «νεοφαυλοκρατίας» αποτέλεσε η ποικιλότροπη «τακτοποίηση» του συγγενικού περιβάλλοντος των δικτατόρων:
* Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.
* Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο Γ.Γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.
* Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων –από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.
* Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, Γ.Γ. του Υπ. Προεδρίας, Περιφερειακός Διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει Γ.Γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν ‘μπον φιλέ’ γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ.118).
Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούν οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δυο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29.8 και 12.9.74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.
Ενδιαφέρουσα και η εμπιστευτική ενημέρωση του Χαρίλαου Χατζηγιάννη, προσωπικού φίλου του δικτάτορα, προς τον αυλάρχη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου (25.11.70): «Αυξάνεται η επιρροή της Δέσποινας [Παπαδοπούλου], του Ρουφογάλη και του Φραγκίστα. Η Δέσποινα ανακατεύεται σε όλα και, αναμφισβήτητα, επηρεάζει τον άντρα της. Ακόμη και η κόρη της παίζει ρόλο. Μιλούν και για οικονομικά συμφέροντα. Ο Λαδάς φώναξε τον Χατζηγιάννη και του συνέστησε, φιλικά, να διαφωτίσει τον Παπαδόπουλο» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ.296).
Η Ντόλτσε Βίτα
Την εικόνα συμπληρώνουν, από διαφορετική οπτική γωνία, οι αναμνήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη, φωτομοντέλου που το 1973 παντρεύτηκε το διοικητή της ΚΥΠ: «Αρχίζω να ράβω την καινούρια μου γκαρνταρόμπα στους μετρ της ραπτικής για τους οποίους μέχρι τώρα έκανα επιδείξεις. Η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως, το ίδιο και η συμπεριφορά όλων απέναντί μου. Μου φέρονται με έκδηλο σεβασμό και τα κοπλιμέντα τους είναι υπερβολικά. Αλλά μου αρέσει. Εγώ εξακολουθώ να φέρομαι φιλικά προς τους παλιούς γνωστούς και τους κανούριους, πλούσιους φιλοχουντικούς επιχειρηματίες που πληθαίνουν μέρα με τη μέρα μαζί με τα ραβασάκια για ρουσφέτια. Αισθάνομαι πως έχω υποχρέωση να εξυπηρετήσω τους πάντες. Ο Μιχάλης συνήθως δεν αρνείται. Γεύομαι τη δύναμη της εξουσίας, και με μαγεύει» (σ.85-6).
Στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Βέροια, «έρχονται πολλοί να με δουν. Γνωστοί και άγνωστοι. Ο πατέρας μου μου δίνει πακέτο τα σημειωματάκια με τα ρουσφέτια που ζητούσαν οι γνωστοί του όλο αυτό τον καιρό και εγώ του υπόσχομαι ότι κάτι θα προσπαθήσω να κάνω». Μεταξύ των αιτημάτων που ικανοποίησε, γράφει, ήταν και η απονομή χάριτος (απ’ τον Παπαδόπουλο) σ’ ένα συντοπίτη της εξαγωγέα, πρώην «μεγάλο ποδοσφαιριστή της τοπικής ομάδας», που είχε καταδικαστεί «με αποδείξεις» για κατασκοπεία υπέρ της Βουλγαρίας (σ.89).
Τους αρραβώνες του ζεύγους τίμησαν «επιλεγμένοι εξωκυβερνητικοί παράγοντες», όπως οι επιχειρηματίες Λάτσης και Κιοσέογλου. «Την επόμενη βδομάδα καινούρια δώρα, καινούριες ανθοδέσμες, φρέσκα ψάρια απ’ όλα τα νησιά της Ελλάδας, κούτες με το καλύτερο χαβιάρι της Περσίας και παγωμένα καβούρια της Αλάσκας καταφθάνουν στο σπίτι. Δεν ξέρω τι να τα κάνω» (σ.88).
Στο γάμο τους, πάλι, παραβρέθηκαν «ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο εφοπλιστής Θεοδωρακόπουλος με το γιο του τον Τάκη, ο Κώστας Δρακόπουλος των διυλιστηρίων, ο Νίκος Ταβουλάρης των ναυπηγείων, το ζεύγος Μποδοσάκη, ο Αγγελος Κανελλόπουλος των τσιμέντων ‘Τιτάν’ με τη γυναίκα του, ο Τομ Πάππας, ο Γ. Λύρας, ο Γιώργος Ταβλάριος, εφοπλιστής από τη Νέα Υόρκη με τη γυναίκα του και ο Γιάννης Λάτσης με τη μεγάλη του κόρη, αφού η γυναίκα του την ίδια μέρα πάντρευε την ανηψιά της σε άλλη εκκλησία» (σ.95).
Εύγλωττη για τις στενές σχέσεις χουντικής ηγεσίας και μεγαλοκαπιταλιστών είναι η περιγραφή ενός ιδιωτικού ταξιδιού της Ντέλλας με τη Δέσποινα Παπαδοπούλου στο Παρίσι: «Μένουμε σε μεγάλες σουΐτες στο Intercontinental. Ερχονται να μας επισκεφθούν με το τραίνο από τη Γενεύη ο Γιάννης Λάτσης και η σύζυγός του Εριέτα. Είναι πολύ φίλοι της Δέσποινας. [...] Πηγαίνουμε σε όλα τα καλά μαγαζιά της Φομπούρ Σεντ Ονορέ. Η Δέσποινα έχει αφεθεί στο γούστο μου. [...] Λόγω της παρατεταμένης κακοκαιρίας, πηγαίνουμε οδικώς στις Βρυξέλλες με λιμουζίνα που μας έστειλε ο Ωνάσης» (σ.87).
Οι επαφές αυτές δεν ήταν αυστηρά κοινωνικές. Λίγο μετά το Πολυτεχνείο, π.χ., το ζεύγος Ρουφογάλη τρώει στο σπίτι του με το Λάτση. Αρχηγός της ΚΥΠ κι εφοπλιστής «συζητούν για τα διϋλιστήρια και τα προβλήματα που έχει». Μετά το τέλος της κουβέντας, ο δεύτερος προθυμοποιείται να συνοδεύσει τη γυναίκα του πρώτου στο Λονδίνο, για κάποιες ιατρικές εξετάσεις (σ.100).
Μια στιχομυθία του Ρουφογάλη φωτίζει, τέλος, καλύτερα την τυχοδιωκτική διαχείριση του δημόσιου πλούτου από τα ηγετικά στελέχη της χούντας:
«Ενα βράδυ ο Χρήστος Μίχαλος, τότε υπουργός, μισοαστειευόμενος, του λέει ότι τώρα που παντρεύτηκε θα πρέπει να κάνουν καμιά δουλειά να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Ο Μιχάλης, ατάραχος, του λέει να μην ανησυχεί. ‘Οσο είμαστε στα πράγματα δεν μας χρειάζονται λεφτά και, αν πέσουμε, τα λεφτά δεν θα μας σώσουν’. Ξεσπάει σε γέλια. Εγώ παγώνω, μαζί μου κι ο Μίχαλος» (σ.98).
Οι συμβάσεις
Το φιλέτο των σκανδάλων της «επταετίας» υπήρξαν ωστόσο οι μεγάλες «αναπτυξιακές» συμβάσεις της περιόδου.
* Η πρώτη υπογράφηκε με την αμερικανική πολυεθνική Litton (15.5.67), για «παροχήν υπηρεσιών οργανώσεως και διεκπεραιώσεως της οικονομικής αναπτύξεως ορισμένων περιοχών εις Κρήτην και Δυτικήν Πελοπόννησον» (ΦΕΚ 1972/Α/88). Είχε προταθεί το 1966 απ’ την κυβέρνηση των αποστατών (κυρίως τον Μητσοτάκη), αλλά η Βουλή δεν τόλμησε να την ψηφίσει. Η Litton θα εισέπραττε όλα τα έξοδα που έκανε «βοηθώντας» το δημόσιο (συν κέρδος 11%) και προμήθεια 2% επί των κεφαλαίων (ή των δανείων) που θα έφερνε, θεωρητικού ύψους 800.000.000 δολαρίων. Ως «προκαταβολή», το δημόσιο της κατέβαλε 1.200.000 δολάρια.
Στην πράξη, η εταιρεία αρκέστηκε να ξεκοκκαλίζει τα ποσοστά επί των ...εξόδων της: «Το κέρδος μας είναι φυσικά δυσανάλογα μεγάλο», παραδεχόταν (στις ΗΠΑ) ο υπεύθυνος του προγράμματος, «επειδή δεν έχουμε κάνει βασική επένδυση. Η επένδυση είναι το καλό μας όνομα». Τελικά η σύμβαση λύθηκε στις 15.10.69, με καταβολή από το κράτος των δαπανών της εταιρείας -συν 11%- ακόμη και κατά την ...«περίοδο τερματισμού» (ΦΕΚ 1969/Α/268). Επίσημη δικαιολογία: «αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής εξωτερικής βοηθείας τας προσπαθείας δια την ανάπτυξιν» (Βήμα, 16.10.69).
* Απίστευτα επαχθής ήταν και η σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας, που ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον αμερικανό εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ (ΦΕΚ 1969/Α/15). Το δημόσιο έβαζε 45 απ’ τα 150 εκατομμύρια δολάρια του έργου, «διευκόλυνε» τον «επενδυτή» με ομόλογα 80.000.000 κι εγγυόταν για τα δάνειά του. Το έργο θα γινόταν από έλληνες υπεργολάβους, ενώ ο «ανάδοχος» θα φρόντιζε απλώς για μελέτες και δάνεια, εισπράττοντας αμοιβή 14% επί των εξόδων (συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας χρηματοδότησης!) – τα 4.500.000 δολάρια «εν είδει προκαταβολής». «Εάν κατά την διάρκειαν της μελέτης ήθελεν διαπιστωθή» από τον ίδιο πως 150 εκατομμύρια δεν αρκούν, μπορούσε είτε να ψάξει γι’ άλλα είτε απλά να «θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις δολλ. ΗΠΑ 150.000.000» (άρθρο 1§4). Τελικά, δε βρήκε ούτε τα προβλεπόμενα κι έφυγε, αφού το δημόσιο επιβαρύνθημε με 1 ½ δις δρχ.
* Ο ελληνοαμερικανός Τομ Πάππας ήταν ήδη παρών με το διϋλιστήριο της ESSO στη Θεσσαλονίκη, επένδυση του 1962 που είχε καταγγελθεί ως σκανδαλωδώς προνομιακή. Το Μάιο του 1972, η χούντα τον απάλλαξε από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, για ανέγερση έξι αγροτοβιομηχανικών μονάδων σε διάφορα σημεία της χώρας (ΦΕΚ 1972/Α/72). Του έδωσε και άδεια για τα εργοστάσια της Coca Cola, που οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν ενέκριναν, ως ανταγωνιστικά προς τη ντόπια παραγωγή αναψυκτικών (ΦΕΚ 1968/Α/201).
Θερμός υποστηρικτής της χούντας, ο Πάππας πρωταγωνίστησε ως γνωστόν στο «ελληνικό Γουτεργκέιτ», ανακυκλώνοντας κονδύλια της CIA για το χρηματισμό του Νίξον απ’ τους δικτάτορες. Ενας προσωπάρχης του με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.
* Μητέρα όλων των μαχών υπήρξε ωστόσο το ντέρμπι των μεγιστάνων (Ωνάσης, Νιάρχος, Βαρδινογιάννης, Ανδρεάδης, Λάτσης κ.ά) για το 3ο διϋλιστήριο της χώρας. Ο Παπαδόπουλος τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του Ωνάση, σε βίλα του οποίου (στο Λαγονήσι) έμενε αντί συμβολικού ενοικίου, ενώ ο Μακαρέζος υπέρ του Νιάρχου. Η σύγκρουση έφτασε στα άκρα, με απόπειρες πραξικοπημάτων κι έκτακτους ανασχηματισμούς. Τελικά ο Ωνάσης τα παράτησε, ακυρώνοντας τη «μεγαλειώδη» σύμβαση που είχε υπογράψει και παίρνοντας πίσω την εγγύησή του, το 3ο διϋλιστήριο μοιράστηκε μεταξύ Ανδρεάδη και Λάτση (ΦΕΚ 1972/Α/130) κι ένα 4ο παραχωρήθηκε στο Βαρδινογιάννη (ΦΕΚ 1972/Α/181).
Μια λεπτομέρεια αυτής της τιτανομαχίας, από την εμπιστευτική ενημέρωση Χατζηγιάννη προς τον Παπάγο (25.11.70), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με βάση τα σημερινά δεδομένα:
«Σε άλλο υπουργικό συμβούλιο, παραβρισκόταν ο Καρδαμάκης, ο οποίος εισηγήθηκε την αγορά μηχανημάτων από τη Siemens και την AEG χωρίς διαγωνισμό, για να μπορέσει να ανταποκριθεί η ΔΕΗ στο πρόγραμμά της, που καθυστερούσε λόγω των δυσκολιών εκτέλεσης των συμφωνιών Ωνάση. Ο Παπαδόπουλος έλυσε μόνος του το θέμα, αποδεχόμενος την αγορά από τη μια εταιρεία».
Το «Τάμα του Εθνους»
Υπήρξε ίσως το χαρακτηριστικότερο σκάνδαλο της χούντας: ο τέλειος συνδυασμός της επαγγελίας μιας «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» με τη μεγαλομανία του δικτάτορα και το ξάφρισμα υπέρογκων δημόσιων κονδυλίων.
Στις 14 Δεκεμβρίου 1968 ο Παπαδόπουλος εξήγγειλε την ανέγερση ενός μνημειώδους ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια –ως εκπλήρωση, υποτίθεται, της σχετικής υπόσχεσης της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του 1829 προς το Θεό σε περίπτωση απελευθέρωσης της Ελλάδας. Σύμφωνα άλλωστε με τη χουντική προπαγάνδα, η «επανάστασις» της 21ης Απριλίου 1967 δεν ήταν παρά η άμεση συνέχεια -και ολοκλήρωση- του 1821.
Το έργο εγκρίθηκε στις 5.1.69 σε κοινή συνεδρίαση υπουργικού συμβουλίου και αρχιεπισκόπου. Για την επίβλεψή του συστήθηκε το Μάιο μια «Ανώτατη Επιτροπή» με πρόεδρο τον ίδιο τον πρωθυπουργό Γ. Παπαδόπουλο και μέλη τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τους υπουργούς Εσωτερικών Στ. Πατττακό, Συντονισμού Ν. Μακαρέζο, Παιδείας Θ. Παπακωνσταντίνου, Δημ. Εργων Κ. Παπαδημητρίου και τον υφυπουργό Προεδρίας Κ. Βοβολίνη. Ενα δεύτερο σώμα, το «Γνωμοδοτικό Συμβούλιο», αποτελούνταν από τον πρόεδρο της Ακαδημίας, τους πρυτάνεις του Πανεπιστημίου και του ΕΜΠ, το δήμαρχο Αθηναίων, το Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον κοσμήτορα της Αρχιτεκτονικής. Στο εγχείρημα μετείχε, με άλλα λόγια, σύμπασα η ανώτατη πολιτική και πνευματική ηγεσία του καθεστώτος.
Για το είδος της προπαγάνδας που συνόδευσε την εξαγγελία, αποκαλυπτικό είναι ένα απόσπασμα από την «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» (3.6.73): «Ο Ναός του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ενός μεν υλοποιεί την υπόσχεσιν που έδωσε το Εθνος προς τον Θεό, και αφ’ ετέρου θ’ αποτελέση, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό».
Η επιστημονική κοινότητα των 1.857 ελλήνων αρχιτεκτόνων δεν φάνηκε πάντως να δείχνει τον ίδιο ενθουσιασμό. Τρεις διαδοχικοί διαγωνισμοί «προσχεδίων» και «ιδεών» μεταξύ 1970 και 1973 κατέληξαν σε φιάσκο: παρά τα τεράστια «βραβεία» που τους συνόδευαν (από 300.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, όταν ο μέσος μισθός του ιδιωτικού τομέα ήταν γύρω στις 4.000 δραχμές), οι προτάσεις που υποβλήθηκαν ήταν αντίστοχια 7, 35 και 31. Τελικά και οι τρεις διαγωνισμοί κηρύχθηκαν άγονοι - μάλλον δίκαια, αν κρίνουμε από τις μακέτες που δημοσιεύθηκαν μεταδικτατορικά στο «Αντί» (30.11.74). Ακόμη κι έτσι, 3.650.000 δρχ διανεμήθηκαν σε ελάσσονες «επαίνους».
Απείρως μεγαλύτερη τέχνη επιδείχθηκε στη διασπάθιση των χρημάτων.
Τον Ιούνιο του 1969 ανακοινώθηκε η σύσταση «Ειδικού Ταμείου» για την οικονομική διαχείριση του «τάματος». Σύμφωνα με τον τελικό απολογισμό του που δημοσιεύθηκε μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου («Εστία» 19.1.1974), το «Ταμείο» εισέπραξε συνολικά 453.300.000 δρχ: 45,5 εκατομμύρια ως επιχορήγηση απ’ τον τακτικό προϋπολογισμό, 180 εκατομμύρια από «δωρεές, εισφορές, κλπ» και 230 εκατομμύρια σε δάνεια. Ενα μέρος των «εισφορών» ήταν επίσης δημόσιο χρήμα (η Αγροτική Τράπεζα «πρόσφερε» π.χ. 10 εκατομμύρια), ενώ το υπόλοιπο προήλθε από το υστέρημα του φιλοχρίστου και φιλοθεάμονος κοινού – όπως ο συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος που θυσίασε στο «Τάμα» ολόκληρο το εφάπαξ του (109.455 δρχ), εισπράττοντας «τα συγχαρητήρια του πρωθυπουργού δια του υπουργού Προεδρίας» («Νέα» 31.12.68).
Σύμφωνα ωστόσο με τον ίδιο απολογισμό, το 90% των εσόδων είχε ήδη καταναλωθεί σε απαλλοτριώσεις, «δαπάνες μελετών», προπαρασκευαστικά έργα και «δαπάνες διοικήσεως και λειτουργίας»!
«Φαίνεται ότι ο Ναός του Σωτήρος, που πρόκειται να ανεγερθή πάνω στα Τουρκοβούνια, θα είναι απ’ τους πιο θαυματουργούς στη χώρα μας», σχολίαζαν τις επόμενες μέρες τα «Νέα» (26.1.74). «Γιατί, πριν ακόμα κτισθή, πριν καν γίνουν τα σχέδια για την κατασκευή του, δαπανήθηκαν -λες από θαύμα- τα 406 εκατομμύρια δραχμές από τα 453 εκατομμύρια που είχαν τελικά συγκεντρωθεί. Πάντως κι οι πιο ολιγόπιστοι θαύμασαν το γεγονός ότι με εντελώς κανονικό τρόπο αναλώθηκε ολόκληρο το τεράστιο αυτό ποσόν για ένα έργο του οποίου ακόμα δεν κατάφεραν οι υπεύθυνοι να έχουν ούτε το σχέδιο. [...] Αφού λεφτά δεν υπάρχουν πιά, αφού ούτε καν τα σχέδια του ναού δεν έχουν γίνει ακόμη, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να λήξη εδώ και όλοι θα φροντίσουμε να ξεχασθή».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Jean Meynaud
«Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα»
(Αθήνα 2002, εκδ. Σαββάλας)
Η σφαιρικότερη ανάλυση της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής κατά τη δεκαετία του ’60. Ο 2ος τόμος είναι αφιερωμένος στα Ιουλιανά και τη δικτατορία.
Σταύρος Ζορμπαλάς
«Ο νεοφασισμός στην Ελλάδα (1967-1974)»
(Αθήνα 1978, εκδ. Σύγχρονη Εποχή)
Ανάλυση του δικτατορικού καθεστώτος, με έμφαση στη διαπλοκή του με το μεγάλο κεφάλαιο και τον ξένο παράγοντα. Ενδιαφέρουσα πρωτογενής τεκμηρίωση.
Δ. Μπενάς
«Η εισβολή του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα»
(Αθήνα 1976, εκδ. Παπαζήση)
Εκτενής παρουσίαση των αμαρτωλών συμβάσεων της χούντας κι ακτινογραφία της διαπλοκής ντόπιου και ξένου κεφαλαίου κατά τη δεκαετία του ’70.
Γιώργης Κρεμμυδάς
«Οι άνθρωποι της χούντας μετά τη Δικτατορία»
(Αθήνα 1985, εκδ. Εξάντας)
Δημοσιογραφική καταγραφή προσώπων και πραγμάτων, αποτυπώνει τις πολλαπλές ταχύτητες (και, συχνά, την πλήρη απουσία) «κάθαρσης» των συνεργατών της δικτατορίας.
Ευάγγελος Κουλουμπής
«…71 …74: Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού»
(Αθήνα 2002, εκδ. Πατάκη)
Ημερολογιακή καταγραφή συνομιλιών και συναντήσεων του -εξ Αμερικής ορμώμενου- συγγραφέα με στελέχη, οπαδούς και αντιπάλους του καθεστώτος κατά την τελευταία τριετία του.
Ντέλλα Ρουφογάλη-Ρούνικ
«Να γιατί…»
(Αθήνα 2002, εκδ. Φερενίκη)
Γλαφυρή αυτοβιογραφία της πάλαι ποτέ συζύγου του χουντικού αρχηγού της ΚΥΠ. Αποκαλυπτική για τον τρόπο ζωής του ηγετικού πυρήνα της χούντας, αλλά και για τη στενή διαπλοκή του με μικρούς και (κυρίως) μεγάλους καπιταλιστές

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Σαμψών.

Πότε δημιουργήθηκε η λέξη "δημοκρατία";


Όπως έχει επισημανθεί πολλές φορές στην έρευνα, στις αισχύλειεςΙκέτιδες (463 π.Χ.) έχουμε την αρχαιότερη εικόνα μιας δημοκρατίας σε δράση.  Η εικόνα αυτή δεν μπορεί παρά να είναι επηρεασμένη από τη δημοκρατία της σύγχρονης Αθήνας, αφού ποιητής και κοινό δε θα μπορούσαν να κατασκευάσουν και να κατανοήσουν αντίστοιχα μια δημοκρατική κοινωνία της ηρωικής εποχής παρά μόνο με βάση τη δική τους καθημερινή εμπειρία. Έτσι το λεξιλόγιο της δημοκρατίας διαπερνά το έργο και χρησιμοποιείται και από (ή για) πρόσωπα που καταρχήν δε θα το περιμέναμε, όπως λ.χ. οι Δαναΐδες που καταφτάνουν από τη δεσποτική Αίγυπτο. Στις Ικέτιδες, όμως, δεν έχουμε απλά μια γενική εικόνα της δημοκρατίας σε δράση, αλλά και στοιχεία από την τεχνική ορολογία των δημοκρατικών διαδικασιών που ήταν σε χρήση την εποχή παράστασης του έργου. Μάλιστα, στις Ικέτιδες έχουμε την αρχαιότερη περίφραση που πλησιάζει πάρα πολύ στην ίδια τη λέξη δημοκρατία (604): δήμου κρατοῦσα χεὶρ. Η φράση δε σημαίνει «η πλειοψηφία των ψήφων του λαού», ούτε «το νικητήριο χέρι του δήμου» ή το «το χέρι του δήμου που αποφασίζει», ούτε οἱ κρατοῦντες τῇ χειροτονίᾳ, επειδή μια τέτοια ερμηνεία προϋποθέτει και μια δήμουἠττωμένη χείρ, δηλαδή θα υπονοούνταν μια πλειοψηφία και μια μειοψηφία μεταξύ του λαού. Ωστόσο την έννοια αυτή την αναλαμβάνει το ρήμα πληθύεται που ακολουθεί και το οποίο υποδηλώνει την τόσο βασική για τη δημοκρατία αρχή της πλειοψηφίας.[1] H πιθανότερη απόδοση της έκφρασης δήμου κρατοῦσα χεὶρ  είναι «το κυρίαρχο χέρι του δήμου» και δηλώνει το λαό στην έμπρακτη εφαρμογή της κυριαρχίας του μέσω της δια χειρός ψηφοφορίας. Το χωρίο φαίνεται να υποδεικνύει ότι η λέξη δημοκρατία και η έννοιά της δεν ήταν κάτι άγνωστο στον Αισχύλο. Αυτή η υπόθεση
φαίνεται να επιβεβαιώνεται από ένα δεύτερο χωρίο των Ικετίδων (699-700), όπου ο χορός κάνει λόγο για τὸ δήμιον͵ τὸ πτόλιν κρατύνει. Η λέξη δήμιον ισοδυναμεί με τη λέξη δημόσιον και δηλώνει το κράτος ως κοινότητα του λαού, ενώ με την προσθήκη του χαρακτηρισμού ἀρχά (στίχος 700), ο οποίος σημαίνει «διακυβέρνηση, εξουσία», γίνεται φανερό ότι με τη λέξη δήμιον πρέπει να εννοήσουμε εδώ κυρίως την εκτελεστική εξουσία. Η ασάφεια που δημιουργούν οι δύο αφηρημένες έννοιες (δήμιον, ἀρχά. Πβ. και την έννοια του κράτους στο ρήμα κρατύνει) έχει ως συνέπεια να μην ξεχωρίζει ο βασιλιάς ή η συνέλευση ή το συμβούλιο των γερόντων (667-673), αλλά να περιλαμβάνονται όλοι στο χαρακτηρισμό προμαθὶς εὐκοινόμητις (700): έτσι ο βασιλιάς, μολονότι τυπικά περιλαμβάνεται στην αρχή, στην πράξη είναι απόλυτα ενσωματωμένος σε μια ευρύτερη πλουραλιστική εξουσία (βασιλιάς, συνέλευση του λαού, συμβούλιο γερόντων), η οποία είναι γεμάτη προνοητικότητα (προμαθίς) και επιμέλεια για το κοινό καλό (εὐκοινόμητις). Την ίδια αίσθηση πλουραλισμού και μαζικής συμμετοχής στον τρόπο άσκησης εξουσίας και λήψης αποφάσεων δίνουν και οι λέξεις πληθύεται (604), πανδημίᾳ (607) και εὐκοινόμητις (700): εδώ στο δεύτερο συνθετικό -κοινό- δεν αποκλείεται να λανθάνει η έννοια που έχει η λέξη «τό κοινόν» σε σύνθετα όπως κοινοτελής και κοινοπολιτεία. Γενικά η λέξη κοινόν σε πολιτικά συμφραζόμενα αναφέρεται στο κράτος, φέροντας συνάμα την ιδέα της ενότητας. Η πολιτική διάσταση των δύο χωρίων που σχολιάστηκαν εδώ (στ. 604, 699-700) αποκαλύπτεται επίσης από το ότι έχουν στενή αντιστοιχία με εκφράσεις που απαντούν στη γνωστή συζήτηση για τα πολιτεύματα στον Ηρόδοτο (3.80-82): πλῆθος ἄρχον (80.6), δῆμος ἄρχων (82.4) - τὸ δήμιον... ἀρχά (699-700), δήμου... πληθύεται (604). Επίσης τὸ πλῆθος... φέρειν τὸ κράτος (81.4) - τὸ δήμιον... κρατύνει (699), δήμου κρατοῦσα(604). 
Αληθεύει ότι παραμένει δυσαπόδεικτο το αν ο Αισχύλος γνώριζε πραγματικά το αφηρημένο ουσιαστικό δημοκρατία ή αν την εποχή του υπήρχε μια έκφραση όπως τοδῆμος κρατεῖ (ή κάτι παρόμοιο),[2] η οποία εντούτοις περιέγραφε μια μορφή πολιτεύματος, όπου κυριαρχεί ο λαός. Σε μια αξεπέραστη ακόμη και σήμερα μελέτη της λέξης δημοκρατία από γλωσσολογική άποψη ο Debrunner το 1947 απέδειξε ότι η λέξη δημοκρατία ήταν η μόνη δυνατή έκφραση που μπορούσε να περιγράψει την κυριαρχία του λαού. Συντέθηκε υπό την επίδραση των λέξεων μοναρχία καιολιγαρχία. Από τις τρεις λέξεις η μοναρχία φαίνεται ως η αρχαιότερη και είναι γνωστή ήδη από την εποχή του Αλκαίου (απ. 6a 27 Lobel-Page), ενώ χρησιμοποιείται και από τον Αισχύλο (Επτά 881). Τόσο η μοναρχία όσο και η ολιγαρχία είναι σύνθετα, στα οποία το 1ο συνθετικό αναφέρεται στο υποκείμενο και όχι στο αντικείμενο της εξουσίας. Για την έκφραση της κυριαρχίας του λαού το αντίστοιχο σύνθετο θα ήταν η δημαρχία.[3] Αυτό όμως το σύνθετο χρησιμοποιούνταν ήδη για να εκφράσει την κυριαρχία επί του λαού (βλ. τους Αθηναίους δημάρχους, οι οποίοι ήταν αξιωματούχοι των δήμων της Αττικής). Αυτή η δυσκολία λύθηκε με την επινόηση του ουσιαστικού δημοκρατία.[4] Η λέξη με τη σειρά της δημιούργησε πολλά παράγωγα, όπως π.χ. το επίθετο δημοκρατικός και το παθητικό ρήμα δημοκρατεῖσθαι. Ο Debrunner απέδειξε επίσης ότι ο όρος δημοκρατία αποτελεί ένα τεχνητό κατασκεύασμα (Kunstwort), χωρίς άμεσο γλωσσικό πρόγονο: επειδή δεν υπάρχει η λέξη *κρατία, ο όρος δημοκρατία δεν αποτελεί ένα άμεσο σύνθετο από το δήμος ₊ κρατία, αλλά θυμίζει παρασύνθετες λέξεις όπως η λέξη «φιλολογία», η οποία παράγεται από τον τύπο «φιλόλογος». Συνεπώς θα περιμέναμε την παράλληλη ύπαρξη ενός τύπου «δημοκράτης». Πράγματι, ένας άνθρωπος γεννημένος γύρω στα 470 π.Χ. φέρει σε επιγραφή το όνομα «Δημοκράτης». Έτσι, οι νεότερες έρευνες τείνουν να δεχτούν ότι στο χωρίο των Ικετίδων πράγματι υπόκειται η λέξηδημοκρατία, η οποία μπορεί να υπήρχε τουλάχιστον από τη δεκαετία 470-460, ενώ δεν υπάρχει ειδικός λόγος που να μας κάνει να αρνούμαστε την ακόμη πρωιμότερη ύπαρξή της:[5] δεν αποκλείεται αυτή την εποχή η λέξη να αποτελούσε ακόμη ένα είδος συνθήματος που το χρησιμοποιούσαν με υπερηφάνεια τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της πόλης.[6]  To argumentum ex silentio που θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί είναι πολύ αδύναμο: αν και ο όρος δε χρησιμοποιείται πριν τον Ηρόδοτο ή τον Ψευδο-Ξενοφώντα στην Αθηναίων πολιτεία,[7] πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει διασωθεί η παλιότερη πολιτική πεζογραφία, ενώ η δυσκολία να ενταχθεί η λέξηδημοκρατία στα περισσότερα ποιητικά μέτρα εξηγεί την έλλειψή της από την ποίηση, όπου η παλιότερη μαρτυρία γι’ αυτήν είναι ο στίχος 618 στους Αχαρνείς του Αριστοφάνη.[8]





[1] Να σημειωθεί εδώ ότι το ρήμα πληθύεται (ή πληθύνεται) χρησιμοποιείται στις επιγραφές για τις συνελεύσεις που συνεκλήθησαν νόμιμα.  
[2] Ορισμένοι μελετητές δέχονται ότι η αρχική λέξη που περιέγραφε τη νέα λαϊκή διακυβέρνηση των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη ήταν ισονομία.  Ωστόσο οι νεότερες έρευνες έδειξαν ότι δεν μπορούμε εύκολα να συνδέσουμε τη λέξη «ισονομία» με τον Κλεισθένη, ενώ, ακόμη κι αν αυτός την χρησιμοποίησε, είναι αβέβαιο το αν ο πολύσημος αυτός όρος μας λέει κάτι σημαντικό για τις μεταρρυθμίσεις του:  η σημασία του όρου ταιριάζει τόσο σε αριστοκρατικά συμφραζόμενα, όπου θα σήμαινε «ίση κατανομή δικαιωμάτων» μεταξύ των αριστοκρατών, όσο και σε δημοκρατικά. Πβ. επίσης τους συναφείς όρους   ισηγορίαισοκρατία.
[3] Επίσης υπήρχε η δυνατότητα να είχε σχηματιστεί ένας τύπος πληθαρχία (πβ. Ηρόδ. 3.80.6, πλῆθος ἄρχον. Βλ. όμως 3.81.1, τὸ πλῆθος… φέρειν τὸ κράτος).
[4] Ο τεχνητός χαρακτήρας της λέξης φαίνεται και από το γεγονός ότι η κανονική σημασία του όρου από γλωσσολογική άποψη θα έπρεπε να είναι «κυριαρχία επί του λαού» (die Macht über das Volk besitzend) ή «κατοχή της εξουσίας μέσω του λαού» (durch das Volk die Macht besitzend). Debrunner 1947, 13. Παρόλα αυτά η λέξη δηλώνει τελικά το πολίτευμα, στο οποίο την εξουσία έχει ο λαός: “Demokratia ist aber dieStaatsformin der das Volk die Macht besitzt”.
[5] Ένας από τους ήρωες της μάχης των Πλαταιών είχε το όνομα Δαμοκράτης κατά τον Πλούταρχο,Αριστ. 11.3.  Ορισμένοι δέχονται μια πρώτη εμφάνιση του όρου στη δεκαετία 470-460 π.Χ. σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη και πιστεύουν ότι κάθε πλευρά χρησιμοποιούσε τη λέξη με διαφορετικό νόημα: οι δημοκρατικοί εννοώντας την ευρεία έννοια όλου του αθηναϊκού λαού στη λέξη δήμος, ενώ οι συντηρητικοί εννοώντας τη στενή έννοια του δήμου ως  "οι κατώτερες τάξεις". Άλλοι ανάγουν τη δημιουργία του όρου στις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, αλλά πιστεύουν ότι η αρχική σημασία της λέξης δεν ήταν «πολίτευμα, στο οποίο εξουσιάζει ο λαός», αλλά «μορφή διακυβέρνησης μέσω των δήμων». Επίσης για ορισμένους η λέξη δήλωνε αρχικά την κατοχή εξουσίας από ένα άτομο ή μια ομάδα, της οποίας η δύναμη βασιζόταν στην υποστήριξη του πλήθους.
[6] Άλλοι θεωρούν αντίθετα ότι η λέξη δημοκρατία είχε υποτιμητική χροιά εξαρχής και εφευρέθηκε από τους αντιπάλους της με μια έννοια που πλησιάζει πολύ αυτή της «δικτατορίας του προλεταριάτου», γι’ αυτό και δεν την χρησιμοποιεί ο Οτάνης στον Ηρόδοτο 3.80.6. Κατά μια άποψη η έννοια του «κράτους» στις λέξεις δημοκρατία,αριστοκρατία κ.τ.λ έχει την έννοια της ισχύος και του εξαναγκασμού, ενώ το ρήμαἄρχειν που υπονοείται στις λέξεις μοναρχίαολιγαρχία παραπέμπει σε μια περισσότερο παραδοσιακή και νομιμοποιημένη εξουσία.
[7] Η Αθηναίων πολιτεία χρονολογείται συνήθως μεταξύ 440 και 420 π.Χ., επομένως είναι περίπου σύγχρονη με το έργο του Ηροδότου.  
[8] Η παλαιότερη επιγραφική μαρτυρία για τον όρο είναι η επιγραφή IG I3 37.49, η οποία χρονολογείται στα 447/6 π.Χ.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Zero day attack.

zero-day (or zero-hour or day zeroattack or threat is an attack that exploits a previously unknown vulnerability in a computer application, one that developers have not had time to address and patch.[1] It is called a "zero-day" because the programmer has had zero days to fix the flaw (in other words, a patch is not available). Once a patch is available, it is no longer a "zero-day exploit". [2] It is common for individuals or companies who discover zero-day attacks to sell them to government agencies for use in cyberwarfare

Mal ware programs used by western secret services:

ASTRAL PROJECTION: Remote GSM secure covert Internet proxy using TOR hidden service
POISON ARROW: Safe malware download capability
AIRWOLF: YouTube profile, comment and video collection
BIRDSTRIKE: Twitter monitoring and profile collection
GLASSBACK: Technique of getting a target's IP address by pretending to be a spammer and ringing them. Target does not need to answer.
MINIATURE HERO: Active skype capability. Provision of realtime call records (SkypeOut and SkypetoSkype) and bidirectional instant messaging. Also contact lists.
PHOTON TORPEDO: A technique to actively grab the IP address of MSN messenger user
SPRING-BISHOP: Finding private photos of targets on Facebook
BOMB BAY: The capacity to increase website hits, rankings
BURLESQUE: The capacity to send spoofed SMS messages
GESTATOR: Amplification of a given message, normally video, on popular multimedia websites (YouTube)
SCRAPHEAP CHALLENGE: Perfect spoofing of emails from Blackberry targets
SUNBLOCK: Ability to deny functionality to send/receive email or view material online
SWAMP DONKEY: A tool that will silently locate all predefined types of file and encrypt them on a targets machine
UNDERPASS: Change outcome of online polls (previously known as NUBILO).
WARPATH: Mass delivery of SMS messages to support an Information Operations campaign.
HUSK: Secure one-on-one web based dead-drop messaging platform.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Eκτραχύνεται.

Αγαπητοί μου,
Η κατάσταση της Ελληνικής Κοινωνίας "εκτραχύνεται" με γεωμετρική πρόοδο. Οι "πονηροί" τραπεζίτες ντόπιοι και παγκόσμιοι, έχουν καταστήσει δέσμιες και τις τρείς εξουσίες (Νομοθετική Εκτελεστική Δικαστική) καθώς και τα ΜΜΕ. Και αλωνίζουν φτωχοποιόντας και εξαφανίζοντας άτομα, κοινωνίες, λαούς, έθνη. Ο έλεγχος του χρήματος είναι το μέσον πλήρους ελέγχου. Ο ρόλος του πολίτη είναι να ασκεί το δικαίωμα του που είναι ΝΑ ΑΣΚΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ, στις χρηματοικονομικές διαδικασίες, που δέον να είναι διαυγείς και φιλικές προς το συμφέρον του πολίτη. Άρα λοιπόν φίλοι και φίλες μου, να αφήσουμε τις "πολιτικάντικες κορώνες", και να επικεντρωθούμε μόνο στον έλεγχο της "πορείας του χρήματος", καθένας από το "μετερίζι" του και μόνο έτσι θα έχουμε ελπίδα βελτίωσης της ζωής.

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Gerovital H3

It was developed in Romania by Ana Aslan (January 1, 1897 – May 20, 1988). The main active ingredient is the well-known local anesthetic procaine hydrochloride, (often referred to by the old brand name, Novocaine). It also contains small amounts of benzoic acid, potassium metabisulfite and disodium phosphate which are said to be important in the formulation, rendering it more effective by "stabilizing" it. Some advocates acknowledge that despite the stabilizers, the procaine in Gerovital H3 breaks down rapidly into DMAEand PABA, but ascribe the beneficial effects to these breakdown products.