Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα βήμα πιο κοντά στην τραπεζική ένωση.



ΕκτύπωσηPDF
euro_banksΤην επόμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ανακοινώσει τις προτάσεις της για την ίδρυση μιας κοινής τραπεζικής εποπτικής αρχής, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων σχετικά με το ευρύτερο θέμα της τραπεζικής ένωσης. Στην πορεία, οι διαφωνίες μεταξύ Βρυξελλών και Βερολίνου έχουν έρθει στην επιφάνεια. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι η Ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση θα περιλαμβάνει, τελικά, από κοινού εποπτεία των τραπεζών, μια κοινή διαδικασία εκκαθάρισης τραπεζών - ή ανακεφαλαιοποίησης τους –και ένα μηχανισμό και την κοινή εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων.
Μια ένωση τραπεζών είναι κρίσιμης σημασίας για την επιβίωση της ευρωζώνης, εκτός και εάν επρόκειτο να κινηθούμε γρήγορα προς την πλήρη δημοσιονομική (και συνακόλουθα την πολιτική) ένωση. Μια μάλλον απίθανη προοπτική. Χωρίς δημοσιονομική ένωση, τα κρατικά έξοδα δανεισμού θα συνεχίσουν να ποικίλουν ανάλογα με τις αντιλήψεις του κινδύνου της αγοράς. Αλλά χωρίς μια τραπεζική ένωση, οι τράπεζες είναι de facto ενδεχόμενες πηγές ζημιών για τις χώρες τους. Αυτό έχει τουλάχιστον δύο δυσοίωνες επιπτώσεις.
Κατ 'αρχάς, όταν συνδέονται τα κράτη με τις τράπεζες τους, οι επενδυτές (δικαίως) χρεώνουν ένα 'τσιμπημένο' ασφάλιστρο για το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, που αντανακλά και τη δανειοληπτική θέση της χώρας όπου εδρεύει η εν λόγω τράπεζα.
Περιττό να πούμε ότι, λόγω του υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης για τις τράπεζες στην περιφέρεια, αυξάνεται άμεσα το κόστος δανεισμού για τον ιδιωτικό τομέα στις χώρες αυτές. Αυτό σημαίνει ότι οι νομισματικές συνθήκες για επιχειρήσεις και νοικοκυριά στην περιφέρεια της Ευρώπης έχουν τώρα διαφορά 300 μονάδες βάσης με εκείνες που αντιμετωπίζουν οι ανταγωνιστές τους στον πυρήνα της Ευρώπης.
Δεύτερον, για τις εθνικές εποπτικές αρχές, οι σχέσεις τραπεζών και δημοσίου συνεπάγεται κυρίαρχο κίνητρο για τον περιορισμό της έκθεσης των τραπεζών τους σε οτιδήποτε θεωρείται επικίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων με κρατικά εχέγγυα δηλαδή άλλες τράπεζες! Ως αποτέλεσμα, πολλές εθνικές εποπτικές αρχές περιορίζουν πια κινήσεις κεφαλαίων προς την περιφέρεια, μερικές φορές αναγκάζοντας τον επαναπατρισμό των κεφαλαίων τους και επιδεινώνοντας τις διαφορές των νομισματικών συνθηκών μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.
Μια νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει με εσωτερικούς ελέγχους κεφαλαίων και μεγάλες διαφορές στις οικονομικές συνθήκες - ανάλογα με τη χώρα - για τον ιδιωτικό τομέα. Ως εκ τούτου χρειάζεται επειγόντως μια ένωση τραπεζών.
Το πρώτο βήμα, μια κοινή εποπτική αρχή τραπεζών, είναι απαραίτητη επειδή οι τράπεζες, όπως και οι περισσότερες από τις εταιρίες που εξυπηρετούν, έχουν εδώ και πολύ καιρό μετατραπεί από εθνικές σε πολυεθνικές επιχειρήσεις, καθιστώντας το υπάρχον μοντέλο των εθνικών εποπτικών αρχών παρωχημένο. Οι εποπτικές αρχές στις ευρωπαϊκές χώρες με πλεόνασμα δεν θα λάβουν σύντομα συγχαρητήρια για τα ασύδωτα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης, όταν επέτρεπαν στις τράπεζες 'τους' να τροφοδοτήσουν τις φούσκες στην Ισπανία και την Ιρλανδία.
Ενώ η ανάγκη για μια κοινή επόπτική αρχή έχει γίνει κατανοητή, το ενδιαφέρον και η ανησυχίες έχουν αυξηθεί σε σχέση με τις άλλες δύο συνιστώσες της τραπεζικής ένωσης: τον κοινό μηχανισμό εκκαθάρισης ή ανακεφαλαιοποίησης και την εγγύηση των καταθέσεων. Τέτοιες ανησυχίες όμως είναι άστοχες.
Ακριβώς όπως δεν μπορείς να έχεις «φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση» (το επιχείρημα εναντίον της δημοσιονομικής χωρίς πολιτική ένωση), ούτε μπορεί να έχει κανείς «εκπροσώπηση χωρίς φορολόγηση». Με άλλα λόγια, δεν μπορεί κανείς να περιμένει πως η Ισπανία (ή οποιοσδήποτε άλλος) θα παραδώσει την εποπτεία των τραπεζών της σε μια κοινή εποπτική αρχή και απλά να πληρώσει μόνη της αν κάτι πάει στραβά.
Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι, αν οι τράπεζες που εισέρχονται στο κοινό καθεστώς εποπτείας είναι όλες υγιείς τότε δεν μιλάμε για αμοιβαιοποίηση των ζημιών αλλά του ενεργητικού και αυτό θα είναι το έργο του κοινού επόπτη, δηλαδή να παρέμβει πριν αλλάξει αυτή η θετική κατάσταση. Και αν κάτι πάει στραβά για μια τράπεζα, το 'κόστος' θα πρέπει να περιορίζεται μέσω μιας πιο σκληρής διαδικασίας εκκαθάρισης από αυτή που χρησιμοποιείται, ας πούμε, την Ιρλανδία, όπου οι πιστωτές ανέκτησαν εξ' ολοκλήρου τα κεφάλαια τους αφήνοντας το σύνολο της ζημιάς να το επωμιστούν οι Ιρλανδοί φορολογούμενοι. Σχετικά με το θέμα της εξυγίανσης των τραπεζών, οι νέες πανευρωπαϊκές αρχές θα μπορούσαν να μάθουν πολλά από τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα στη Δανία.
Ενώ οι μετοχικοί και δανειακοί επενδυτές θα πρέπει να αναλάβουν κάποιες ζημιές όταν οι επενδύσεις τους σε μια τράπεζα πάει στραβά, είναι ευρέως αποδεκτό ότι οι μικροί καταθέτες θα πρέπει να παραμείνουν ασφαλείς. Άρα, ποιος θα πρέπει να τους καλύψει;
Λοιπόν, αν μια κοινή εποπτική αρχή δεν παρέμβει εγκαίρως, η κοινή εγγυήση των καταθέσων θα πρέπει να καλύψει τους μικρούς καταθέτες. Αυτό δεν χρειάζεται να είναι μια δέσμευση χωρίς όρια. Το ελβετικό σύστημα θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μοντέλο: μια κοινή, περιορισμένης ευθύνης, πανευρωπαϊκή ασφάλεια των καταθέσεων, στηριζόμενη στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, με κάποια ευελιξία και με εθνική επιπρόσθετη ασφάλιση για όσους το επιθυμούν.
Ο στόχος είναι σαφής, αλλά θα χρειαστεί χρόνος για να επιτευχθεί. Μέχρι να γίνει πραγματικότητα η τραπεζική ένωση, θα πρέπει να διεξαχθούν τακτικές συναντήσεις μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών, των υπουργών Οικονομικών και την ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των ασυνεπειών μεταξύ των δράσεων τους. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να εξεταστεί πώς οι περιορισμοί στις κινήσεις κεφαλαίων βλάπτουν τους μηχανισμούς μετάδοσης της ΕΚΤ, και ως εκ τούτου, την προοπτική για ταχεία ανάκαμψη του ρυθμού ανάπτυξης στην περιφέρεια της ευρωζώνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: