Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Οι αλήθειες του Jackson Hole.



ΕκτύπωσηPDF
snowΦανταστείτε τους μεγαλύτερους ειδικούς πάνω σε μια συγκεκριμένη ασθένεια να έχουν συναντηθεί για να μελετήσουν μια ιδιαίτερα σοβαρή και επίμονη περίπτωση. Προσφέρουν αμφιλεγόμενες διαγνώσεις και θεραπείες αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού τους επικρατεί μια και μόνο σκέψη: τίποτα μέχρι στιγμής δεν έχει φέρει τα αναγκαία αποτελέσματα και δεν ξέρουν γιατί. Αυτό συνοψίζει την ατμόσφαιρα, στο Ετήσια Οικονομικό Συνέδριο του Jackson Hole, Wyoming, όπου συμμετείχαν κεντρικοί τραπεζίτες και οικονομολόγοι από όλο τον κόσμο κατόπιν προσκλήσεως της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Kansas City.
Μία άποψη που επικράτησε είναι ότι η υψηλή ανεργία είναι διαρθρωτική και άρα δεν μεταβάλλεται παρά την αυξητική επίδραση της νομισματικής πολιτικής. Ο Edward Lazear του Πανεπιστημίου Στάνφορντ και ο James Spletzer του Γραφείου Απογραφής των ΗΠΑ υποστηρίζουν το αντίθετο. Σε έρευνα που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο, έδειξαν πως οι τομείς και οι δημογραφικές ομάδες που συνέβαλαν περισσότερο στην αύξηση της ανεργίας μεταξύ  2007-09 συνέβαλαν και στην μείωση της μεταξύ 2009-12, υπονοώντας ότι οι αλλαγές στα επίπεδα ζήτησης των εργαζομένων δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το υψηλό επίπεδο ανεργίας. Η αναντιστοιχία μεταξύ δεξιοτήτων των ανέργων και τη ζήτηση δεξιοτήτων από τους εργοδότες σημείωσε επίσης αύξηση κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Αλλά από τα τέλη τοιυ 2011 η αναντιστοιχία αυτή επέστρεψε σε προ-κρίσεως επίπεδα.
Εάν η ανεργία είναι κυκλική, όχι διαρθρωτική, η Fed θεωρητικά θα μπορούσε να βοηθήσει τη τόνωση της αγοράς εργασίας με 'ευκολότερη' νομισματική πολιτική. Αλλά πώς; Ο Michael Woodford του Πανεπιστημίου Κολούμπια είπε στο Συνέδριο ότι με βραχυπρόθεσμα μηδενικά σχεδόν επιτόκια, οι κεντρικές τράπεζες προσπάθησαν δύο ευρείες στρατηγικές: την υπόσχεση να τηρηθεί το επιτόκιο σχεδόν μηδενικό για κάποιο χρονικό διάστημα ή την επέκταση των ισολογισμών μέσω ποσοτικής χαλάρωσης και άλλων παρόμοιων μέτρων. Ο κ. Woodford αναγνώρισε πως οι στρατηγικές αυτές έχουν κατεβάσει τα αναμενόμενα βραχυπρόθεσμα αλλά και τα πραγματικά μακροπρόθεσμα επιτόκια, αλλά ήταν επιφυλακτικός όσον αφορά την επίδραση τους στην οικονομική απόδοση. Ο ίδιος συνέστησε όπως η Fed ακολουθήσει την ίδια πολιτική μέχρις ώτου η οικονομία να φτάσει σε ένα συγκεκριμένο στόχο, για παράαδειγμα την επιστροφή του ονομαστικού ΑΕΠ (χωρίς διόρθωση ως προς τον πληθωρισμό) σε προ-κρίσεως επίπεδα. Η Fed δεν είναι διατεθειμένη για κάτι τέτοιο, όμως μπορεί να αποφασίσει να συνδέσει την μελλοντική πολιτική της με  την πρόοδο στα επίπεδα της ανεργίας.
Ο Adam Posen, ο οποίος πρόσφατα αποχώρησε από την Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Αγγλίας, είχε μια διαφορετική εξήγηση για τη φαινομενική αδυναμία της παρούσας νομισματικής πολιτικής. Δεδομένου ότι πολλές χρηματοπιστωτικές αγορές εμφανίζουν δυσλειτουργίες, η νομισματική θεραπεία δεν φαίνεται να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα στην οικονομία. Η λύση είναι να αγοράσουν οι κεντρικές τράπεζες περισσότερα περιουσιακά στοιχεία στις αγορές με φανερά προβλήματα. Δηλαδή ότι κάνει η Τράπεζα της Αγγλίας, παρέχοντας επιδοτούμενες πιστώσεις στις τράπεζες που δανείζουν περισσότερα. Κάτι παρόμοιο ετοιμάζει και η ΕΚΤ όταν ξεκινήσει και πάλι την αγορά κρατικών ομολόγων, και θα μπορούσε να το κάνει και η Fed αγοράζοντας περισσότερους ενυπόθηκους τίτλους.
Ο Markus Brunnermeier και ο Yuliy Sannikov του Πανεπιστημίου του Πρίνστον παρείχαν τη θεωρητική αιτιολόγηση της προσέγγισης αυτής. Η νομισματική χαλάρωση συνήθως λειτουργεί με την ενθάρρυνση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών να μετακινήσουν την μελλοντική τους κατανάλωση και τις επενδύσεις τους στο σήμερα. Αλλά, έχει επίσης επιπτώσεις «αναδιανεμητικού» χαρακτήρα. Για παράδειγμα, τα χαμηλά βραχυπρόθεσμα επιτόκια αναδιανέμουν εισοδήματα από τους καταθέτες στις τράπεζες, πράγμα που τις επιτρέπει να ενισχύσουν την κεφαλαιική τους βάση και να δανείζουν περισσότερα. Ομοίως, οι αγορές των δεκαετών κρατικών ομολόγων ενδυναμώνουν ορισμένους επενδυτές ενώ τραυματίζουν άλλους, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, που εξαρτώνται από τα εισοδήματα των ομολόγων για να ανταποκριθούν στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Προσαρμόζοντας τις δράσεις τους στους τομείς που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να κάνουν πιο αποτελεσματική χρήση των κεφαλαίων τους.
Ένα πρόβλημα είναι ο προσδιορισμός των τομέων αυτών όπου η άμεση παρέμβαση θα φέρει το μεγαλύτερο όφελος. Ο Αμίρ Σούφι του Πανεπιστημίου του Σικάγο δήλωσε στο Συνέδριο ότι αυξάνοντας τα κέρδη των τραπεζών δεν επέφερε την πολυπόθητη επανεκκίνηση στη ζήτηση, διότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δανειστούν. Παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι οι δαπάνες λιανικής και οι πωλήσεις αυτοκινήτων είναι ασθενέστερες σε κράτη μέλη που μπήκαν σε ύφεση με υψηλότερο χρέος των νοικοκυριών.
Ένα ακόμη μεγαλύτερο θέμα είναι η πολιτική αναταραχή που προκύπτει όταν οι αποφάσεις κεντρικών τραπεζών ευνοούν συγκεκριμένους τομείς. Η Fed ακούει συνεχώς ότι τα μηδενικά επιτόκια πληγώνουν τους αποταμιευτές, χωρίς να βοηθούν τις επιχειρήσεις. Οι αγορές των ομολόγων περιφερειακών χωρών από την ΕΚΤ μεταφέρουν ουσιαστικά το ρίσκο από τον οφειλέτη στον πιστωτή, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων από την αντιπολίτευση (και τη Bundesbank) στις χώρες πιστωτές. Ο κ. Posen απέρριψε τα «αυτοδεσμευτικό ταμπού» και τον «προϊστορικό τρόπο σκέψης» που καθιστά τις κεντρικές τράπεζες διστακτικές έναντι του στοχευμένου δανεισμού, ανήσυχες ότι θα στρεβλώσουν με τον τρόπο αυτό την κατανομή των πιστώσεων ή ότι θα μετατραπεί σε πολιτικά υποκινούμενη δημιουργία νέου χρήματος. Αυτή η δήλωση έφερε και την αντίδραση του Larry Lindsey, πρώην στελέχους της Fed: «Σε μια ελεύθερη κοινωνία, άτομα και θεσμικά όργανα δεν πράττουν το ασυνήθιστο επειδή εάν το κάνουν και πάει στραβά, διακυβεύουν τα πάντα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: